Βακτηριακή κολπίτιδα (Β.Κ.)
ΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ 
Οι περισσότερες γυναίκες θα έχουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο κολπικής λοίμωξης στη διάρκεια της ζωής τους, το οποίο θα χαρακτηρίζεται από κολπική υπερέκκριση και κνησμό Η λήψη μόνο του ιστορικού έχει αποδειχθεί ανεπαρκής για την ακριβή διάγνωση της κολπίτιδας και μπορεί να οδηγήσει είτε σε υπερθεραπεία είτε σε υποθεραπεία. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να συμπληρώνεται από αντικειμενική εξέταση και εργαστηριακό έλεγχο.  
  Από το ιστορικό χρήσιμες είναι πληροφορίες που αφορούν τη σεξουαλική συμπεριφορά και συνήθειες, το φύλο των σεξουαλικών συντρόφων, την έμμηνο ρύση και τις συνθήκες υγιεινής. Οι τρεις συχνότερες παθήσεις που σχετίζονται με κολπική υπερέκκριση είναι η βακτηριδιακή κολπίτιδα, η τριχομοναδική κολπίτιδα και η μυκητιασική κολπίτιδα (καντιντίαση)   Πολλαπλές εργαστηριακές μέθοδοι μπορούν να εφαρμοσθούν για τον καθορισμό της αιτίας και τον προσδιορισμό της κατάλληλης θεραπείας σε αυτές τις περιπτώσεις. 
Επιπλέον σε επίπεδο εξωτερικού γυναικολογικού ιατρείου μπορεί πολύ εύκολα να καθορισθεί το PH των κολπικών εκκρίσεων καθώς και να πραγματοποιηθεί μικροσκοπική εξέταση και δοκιμασία υπεροξειδίου του καλίου (ΚΟΗ). Σε περιπτώσεις βακτηριδιακής κολπίτιδας ή τριχομοναδικής διαπιστώνεται όξινο PH (>4.5) και αναδύεται χαρακτηριστική οσμή μετά τη δοκιμασία ΚΟΗ. Τέλος  στη μικροσκοπική εξέταση μπορεί να αναγνωρισθούν τριχομονάδες, λευκά αιμοσφαίρια ή / και μύκητες,

Τι είναι η βακτηριακή κολπίτιδα;

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, στον κόλπο υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη βακτηρίων.
Ορισμένα από αυτά τα βακτήρια είναι ‘φιλικά’ και ορισμένα άλλα δυνητικά επιβλαβή – υπάρχει μία λεπτή ισορροπία μεταξύ των δύο ειδών. Το περιβάλλον ενός υγιούς κόλπου είναι ελαφρώς όξινο (pH 3,8 – 4,5) και η οξύτητα αυτή είναι που διατηρεί τα επιβλαβή βακτήρια υπό έλεγχο.

Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι μία πάθηση που εμφανίζεται όταν παρατηρείται διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών ειδών βακτηρίων, με αποτέλεσμα την υπερανάπτυξη των επιβλαβών βακτηρίων, η οποία σχετίζεται με αύξηση της τιμής του pH, καθώς ο κόλπος καθίσταται λιγότερο όξινος. Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι μία από τις συχνότερες αιτίες κολπικών εκκρίσεων και επηρεάζει 1 στις 3 γυναίκες, συμπεριλαμβανομένου του 20% των εγκύων γυναικών*.

.  Βακτηριακή κολπίτιδα (Β.Κ.)
Βακτηριακή κολπίτιδα (Β.Κ.)

Τι προκαλεί τη βακτηριακή κολπίτιδα;

Η αιτία της βακτηριακής κολπίτιδας εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη, ωστόσο η λοίμωξη δεν μεταδίδεται από τη σεξουαλική επαφή και δεν οφείλεται σε κακή προσωπική υγιεινή. Η βακτηριακή κολπίτιδα δύναται να επιδεινωθεί από ορισμένους παράγοντες, όπως τα αφρόλουτρα, τα κοινά αφροντούς ή οι εσωτερικές κολπικές πλύσεις. Θεωρείται ότι οι παράγοντες αυτοί ενδέχεται να μεταβάλουν το όξινο περιβάλλον του κόλπου, διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία μεταξύ των φιλικών και των επιβλαβών βακτηρίων. Συνεπώς, η αποφυγή αυτών ενδέχεται να βοηθήσε

 Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι ένα πολυμικροβιακό κλινικό σύνδρομο, το οποίο οφείλεται στην αντικατάσταση της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας (Lactobacillus sp.) από υψηλές συγκεντρώσεις αναερόβιων βακτηρίων (Prevotella sp., Moliluncus sp.), G.vaginalis, ουρεόπλασμα, μυκόπλασμα. Αποτελεί την κύρια αιτία κολπικής υπερέκκρισης ή κακοσμίας και μπορεί να είναι είτε παροδική είτε να διαρκέσει μεγαλύτερο διάστημα [1]. Η Β.Κ. σχετίζεται με τους πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, τη μη χρησιμοποίηση προφυλακτικού και την έλλειψη κολπικών γαλακτοβακίλων. Επιπρόσθετα αυτές οι γυναίκες είναι σε αυξημένο κίνδυνο για προσβολή από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ), επιπλοκών στην εγκυμοσύνη ή σε γυναικολογικές επεμβάσεις και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις. Θεραπεία Η θεραπεία είναι απαραίτητη σε γυναίκες με συμπτωματολογία, με στόχο την ανακούφιση των σημείων και συμπτωμάτων της μόλυνσης. Επιπλέον μειώνεται ο κίνδυνος απόκτησης C.trachomatis, N.gonorrhoea, HIV και άλλων Σ.Μ.Ν  Συστήνεται αποχή από σεξουαλικές επαφές ή χρήση προφυλακτικού κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι κολπικές πλύσεις μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υποτροπής, χωρίς να υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν την ύφεση των συμπτωμάτων. 

Πώς αντιμετωπίζεται η βακτηριακή κολπίτιδα;

Η βακτηριακή κολπίτιδα συνήθως αντιμετωπίζεται με από του στόματος χορηγούμενα αντιβιοτικά, τοπικά εφαρμοζόμενες γέλες ή κρέμες. Ωστόσο, για πολλές γυναίκες η βακτηριακή κολπίτιδα αποτελεί μία υποτροπιάζουσα κατάσταση, παρά τη θεραπεία.

Βακτηριακή κολπίτιδα (Β.Κ.)

Συνιστώμενα σχήματα
 Μετρονιδαζόλη 500mg, 2 φορές ημερησίως από το στόμα, για 7 ημέρες Ή Μετρονιδαζόλη γέλη 0.75%* ή κολπικό υπόθετο1 εφαρμοστής ημερησίως ενδοκολπικά, για 5 ημέρες Ή Κλινδαμυκίνης κρέμα 2%, 1 εφαρμοστής ημερησίως ενδοκολπικά, για 7 ημέρες Εναλλακτικά Σχήματα
Τινιδαζόλη 2g., 1 φορά ημερησίως από το στόμα, για 2 ημέρες Ή Τινιδαζόλη 1 g., 1 φορά ημερησίως από το στόμα, για 5 ημέρες Ή Κλινδαμυκίνη 300 mg., 2 φορές ημερησίως από το στόμα, για 7 ημέρες Ή Κλινδαμυκίνη 100 mg., 1 εφαρμοστής ημερησίως ενδοκολπικά, για 3 ημέρες  
  Παρακολούθηση Με την υποχώρηση των συμπτωμάτων δεν απαιτείται επανεξέταση της ασθενούς, παρά μόνο σε υπότροπη. Σε περιπτώσεις πρώιμης αποτυχίας της θεραπείας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα διαφορετικό σχήμα . Σε πολλαπλές υποτροπές μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας συστήνεται χρήση gel μετρονιδαζόλης 2 φορές την εβδομάδα για 4-6 μήνες .
Θεραπεία του συντρόφου Η ανταπόκριση στη θεραπεία και η πιθανότητα υποτροπής δεν σχετίζονται με τη θεραπεία του συντρόφου και γι’αυτό δε συστήνεται η θεραπεία.   
Κύηση 
Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης θεραπεία συστήνεται σε όλες τις συμπτωματικές περιπτώσεις. Η Β.Κ. έχει συσχετισθεί με δυσμενή έκβαση της κύησης, προκαλώντας πρόωρη ρήξη υμένων, πρόωρο τοκετό, χοριοαμνιονίτιδα και ενδομητρίτιδα. Παρόλα αυτά το μόνο αποδεδειγμένο όφελος είναι η υποχώρηση των συμπτωμάτων, χωρίς βελτίωση του περιγεννητικού αποτελέσματος. Σε δύο πρόσφατες μελέτες αποδείχθηκε ότι η θεραπεία με 250 mg μετρονιδαζόλης είναι επαρκής [9-10], αν και χρησιμοποιούνται και σχήματα με 500 mg μετρονιδαζόλης από το στόμα καθώς και κλινδαμυκίνης 300 mg με παρόμοια αποτελεσματικότητα με την κολπική γέλη.   Σε πρόσφατες μεταναλύσεις η χρήση μετρνιδαζόλης στην κύηση αποδείχθηκε ασφαλής, χωρίς τερατογόνο δράση . Σε ότι αφορά την ασυμπτωματική Β.Κ. σε έγκυες υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να υποστηρίξουν την ανάγκη διάγνωσης και θεραπείας .
Συνιστώμενα Σχήματα στην Κύηση 
Μετρονιδαζόλη 500mg, 2 φορές ημερησίως από το στόμα, για 7 ημέρες Ή Μετρονιδαζόλη 250mg, 3 φορές ημερησίως από το στόμα, για 7 ημέρες Ή Κλινδαμυκίνη 300 mg., 2 φορές ημερησίως από το στόμα, για 7 ημέρες .

  Φορείς H.I.V. Η Β.Κ. υποτροπιάζει σε υψηλότερα ποσοστά σε οροθετικές γυναίκες και η συνιστώμενη θεραπεία είναι ίδια με τις οροαρνητικές.