H ΣΗΜΑΣΙΑ TOY TEST PAP ΚΑΙ Η EΡΜHNEIA ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ


Το τεστ Παπανικολάου είναι οικονομική, μη επεμβατική και ανώδυνη μέθοδος και προσφέρεται για μαζικό έλεγχο του πληθυσμού τα τελευταία 50 χρόνια. Η εφαρμογή του τεστ στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις ΗΠΑ, έχει μειώσει θεαματικά το ποσοστό των θανάτων από τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Το τεστ Παπανικολάου, ως εξέταση για προληπτικό έλεγχο, είναι εξαιρετικά χρήσιμο. Με τις σύγχρονες τεχνικές βελτίωσης του τεστ, αλλά και το συμπληρωματικό έλεγχο με μοριακές τεχνικές, ο κίνδυνος στους πληθυσμούς, που υποβάλλονται σε τακτικούς ελέγχους, θα ελαχιστοποιηθεί.

Στις επόμενες γενιές, εάν εφαρμοστεί μαζικά η χρήση των εμβολίων με παράλληλο προληπτικό έλεγχο, ο κίνδυνος θα τείνει να μηδενιστεί.Το τεστ Παπανικολάου πρέπει να συνδυάζεται με επίσκεψη στο γυναικολόγο. Το τεστ Παπανικολάου είναι μια εξέταση ρουτίνας για μαζικό έλεγχο του γυναικείου πληθυσμού. Χρησιμεύει μόνο για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Δεν είναι αξιόπιστο για την ανίχνευση άλλων γυναικολογικών καρκίνων (ενδομητρίου, ωοθηκών, κόλπου, αιδοίου). Για την πρόληψη του συνόλου των γυναικολογικών καρκίνων, η γυναίκα, εκτός από το τεστ Παπανικολάου, πρέπει να υποβληθεί σε γυναικολογική εξέταση. Ο γυναικολόγος θα καθορίσει, ανάλογα με την περίπτωση, εάν χρειάζονται συμπληρωματικές εξετάσεις και ποιες (υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων, βιοψία ενδομητρίου, μαστογραφία, υπερηχογράφημα μαστών, καρκινικοί δείκτες κ.ά.). Με το τεστ Παπανικολάου έχουμε ενδείξεις για πιθανό πρόβλημα, όχι όμως σίγουρη και τελική διάγνωση. Ο γυναικολόγος και πάλι θα προσδιορίσει τι χρειάζεται να γίνει στη συνέχεια (κολποσκόπηση, βιοψία, αναζήτηση HPV-DNA τεστ, κ.ά.). Αναφέρθηκε, ότι με ένα μόνο τεστ Παπανικολάου δεν έχουμε πάντοτε σιγουριά. Σε μερικές περιπτώσεις το τεστ είναι ψευδώς αρνητικό. Τα ποσοστά των ψευδώς αρνητικών τεστ κυμαίνονται από 30% έως 40%. Όμως, εάν η γυναίκα υποβάλλεται σε τακτικούς ελέγχους, ο κίνδυνος να ξεφύγει κάποια σοβαρή αλλοίωση ελαχιστοποιείται, αφού η καρκινογένεση στον τράχηλο της μήτρας είναι χρονοβόρα διαδικασία και εάν δεν φανεί κάτι σε ένα τεστ, θα φανεί στο επόμενο.

Ο γυναικολόγος και πάλι θα καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό και την ηλικία κάθε γυναίκας, ποιες επιπλέον εξετάσεις χρειάζονται εκτός από το τεστ Παπανικολάου.

Παθολογικά αποτελέσματα σε τεστ Παπανικολάου:


ΚΥΤΤΑΡΑ ASCUS

ASC. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει τα ASCUS και ASC-H. Σε κάποια κύτταρα από πλακώδες επιθήλιο βρίσκεται ατυπία, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η σοβαρότητα και η βαρύτητά της. Εάν δοθεί θετικό αποτέλεσμα ASCUS πιθανολογούνται ελαφρύτερες αλλοιώσεις, ενώ η ταξινόμηση του τεστ ως ASC-H σημαίνει, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη σοβαρότερης αλλοίωσης. Περίπου 3-10% του συνόλου των τεστ Παπανικολάου ταξινομούνται σε αυτές τις δύο κατηγορίες. Σε πολλές μελέτες, μετά τον τελικό έλεγχο (κολποσκόπηση με ή χωρίς βιοψία και αναζήτηση HPV-DNA) έχει αποδειχθεί, ότι: 50-60% των γυναικών δεν έχουν κανένα πρόβλημα, 40-50% έχουν μόλυνση από HPV. Στις μισές από αυτές δεν υπάρχουν αλλοιώσεις στους ιστούς. Οι άλλες μισές, σχεδόν, κατατάσσονται στην κατηγορία των CIN-1, ενώ ένα 6-8% των περιπτώσεων αποδεικνύεται, ότι έχει τελικά CIN-2 ή 3. Επίσης, έχει παρατηρηθεί, ότι σε σύνολο περίπου 1.000 τεστ αυτής της κατηγορίας, ανευρίσκεται τελικά και ένας καρκίνος.

LSIL

LSIL. Αλλοιώσεις χαμηλού βαθμού ανευρίσκονται στο 1-3% των τεστ στο γενικό πληθυσμό και σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, εάν επικεντρωθούμε στις μικρότερες ηλικίες. Όμως, ενώ σε γυναίκες μικρότερης ηλικίας των 21 ετών, ένα τεστ LSIL δεν έχει βαρύνουσα σημασία, σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας πρέπει να διερευνάται οπωσδήποτε. Εάν ελέγξουμε με κολποσκόπηση και βιοψία όλες τις γυναίκες των οποίων τα τεστ Παπανικολάου έδειξαν LSIL, θα βρούμε, ότι η τελική διάγνωση είναι HSIL σε ποσοστά που κυμαίνονται από 10-18%. Τα μικρότερα ποσοστά αφορούν στις νεαρότερες γυναίκες, ενώ τα υψηλότερα αφορούν στην ομάδα άνω των 35 ετών. Επομένως, αξίζει να ελέγχονται περαιτέρω οι ασθενείς με διάγνωση LSIL με το τεστ Παπανικολάου (το επόμενο βήμα είναι η κολποσκόπηση).

HSIL

HSIL. Στο γενικό πληθυσμό βρίσκουμε αυτό το αποτέλεσμα στα τεστ, σε μικρά ποσοστά (0,3-0,8%). Στον περαιτέρω έλεγχο (κολποσκόπηση), που οπωσδήποτε πρέπει να γίνει στην κατηγορία αυτή, συνήθως ανευρίσκονται αλλοιώσεις υψηλού βαθμού. Σε λίγες περιπτώσεις η τελική διάγνωση είναι LSIL (αφορούν συνήθως περιπτώσεις που υπερεκτιμήθηκαν στην κυτταρολογική εξέταση). Όμως, υπάρχουν και λίγες περιπτώσεις, στις οποίες το τεστ έδειξε HSIL και μετά τον έλεγχο, η τελική διάγνωση είναι διηθητικός καρκίνος (1-4%). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε γυναίκες μεγαλύτερες των 30 ετών, όταν έχουμε HSIL στο τεστ Παπανικολάου.

AGUS

Ατυπία από αδενικά κύτταρα, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια στο τεστ Παπανικολάου, ανευρίσκεται σε ποσοστά 0,2-0,8% στο γενικό πληθυσμό. Σε 50-70% από αυτές τις περιπτώσεις, ο τελικός έλεγχος θα αποδείξει, ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ήταν μια απλή υπερεκτίμηση. Όμως, στο μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων γυναικών, ο περαιτέρω έλεγχος θα δείξει κατά σειρά συχνότητας: HSIL, αδενοκαρκίνωμα in situ (μη μεταστατικό) και διηθητικό καρκίνο (σε λίγες περιπτώσεις). Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος. Υπάρχουν περιπτώσεις (αφορούν συνήθως γυναίκες μεγαλύτερες των 35 ετών), στις οποίες ο γιατρός θα ζητήσει να ελέγξει και το ενδομήτριο, εκτός από τον τράχηλο, για το φόβο αδενοκαρκινώματος του ενδομητρίου.
Το τεστ Παπανικολάου είναι οικονομική, μη επεμβατική και ανώδυνη μέθοδος και προσφέρεται για μαζικό έλεγχο του πληθυσμού τα τελευταία 50 χρόνια. Η εφαρμογή του τεστ στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις ΗΠΑ, έχει μειώσει θεαματικά το ποσοστό των θανάτων από τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Το τεστ Παπανικολάου, ως εξέταση για προληπτικό έλεγχο, είναι εξαιρετικά χρήσιμο. Με τις σύγχρονες τεχνικές βελτίωσης του τεστ, αλλά και το συμπληρωματικό έλεγχο με μοριακές τεχνικές, ο κίνδυνος στους πληθυσμούς, που υποβάλλονται σε τακτικούς ελέγχους, θα ελαχιστοποιηθεί.
Στις επόμενες γενιές, εάν εφαρμοστεί μαζικά η χρήση των εμβολίων με παράλληλο προληπτικό έλεγχο, ο κίνδυνος θα τείνει να μηδενιστεί.Το τεστ Παπανικολάου πρέπει να συνδυάζεται με επίσκεψη στο γυναικολόγο. Το τεστ Παπανικολάου είναι μια εξέταση ρουτίνας για μαζικό έλεγχο του γυναικείου πληθυσμού. Χρησιμεύει μόνο για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Δεν είναι αξιόπιστο για την ανίχνευση άλλων γυναικολογικών καρκίνων (ενδομητρίου, ωοθηκών, κόλπου, αιδοίου). Για την πρόληψη του συνόλου των γυναικολογικών καρκίνων, η γυναίκα, εκτός από το τεστ Παπανικολάου, πρέπει να υποβληθεί σε γυναικολογική εξέταση. Ο γυναικολόγος θα καθορίσει, ανάλογα με την περίπτωση, εάν χρειάζονται συμπληρωματικές εξετάσεις και ποιες (υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων, βιοψία ενδομητρίου, μαστογραφία, υπερηχογράφημα μαστών, καρκινικοί δείκτες κ.ά.). Με το τεστ Παπανικολάου έχουμε ενδείξεις για πιθανό πρόβλημα, όχι όμως σίγουρη και τελική διάγνωση. Ο γυναικολόγος και πάλι θα προσδιορίσει τι χρειάζεται να γίνει στη συνέχεια (κολποσκόπηση, βιοψία, αναζήτηση HPV-DNA τεστ, κ.ά.). Αναφέρθηκε, ότι με ένα μόνο τεστ Παπανικολάου δεν έχουμε πάντοτε σιγουριά. Σε μερικές περιπτώσεις το τεστ είναι ψευδώς αρνητικό. Τα ποσοστά των ψευδώς αρνητικών τεστ κυμαίνονται από 30% έως 40%. Όμως, εάν η γυναίκα υποβάλλεται σε τακτικούς ελέγχους, ο κίνδυνος να ξεφύγει κάποια σοβαρή αλλοίωση ελαχιστοποιείται, αφού η καρκινογένεση στον τράχηλο της μήτρας είναι χρονοβόρα διαδικασία και εάν δεν φανεί κάτι σε ένα τεστ, θα φανεί στο επόμενο.
Ο γυναικολόγος και πάλι θα καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό και την ηλικία κάθε γυναίκας, ποιες επιπλέον εξετάσεις χρειάζονται εκτός από το τεστ Παπανικολάου.